
Ειδικότερα, οι τιμές των κατοικιών στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 69% κατά μέσο όρο μεταξύ του 2015 και του δεύτερου τριμήνου του 2026, ενώ σε ορισμένα κράτη – μέλη οι τιμές έχουν υπερδιπλασιαστεί. Τα ενοίκια και το κόστος ενέργειας συνέχισαν επίσης να αυξάνονται μέσα σε αυτή τη δεκαετία.
«Οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στην υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης είναι η αύξηση στα ενοίκια ή στις τιμές των ακινήτων, οι οποίες εκτινάσσονται σε πολλές πόλεις σε σχέση με τη μέτρια αύξηση των εισοδημάτων, ειδικά για τα χαμηλότερα επίπεδα της κατανομής», δήλωσε στο Euronews η δρ Χάνα Βίντμερ από το πανεπιστήμιο ETH στη Ζυρίχη.
Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την Eurostat, το κόστος στέγασης είναι οι μηνιαίες δαπάνες που καταβάλλουν τα νοικοκυριά για το σπίτι τους. Περιλαμβάνει το ενοίκιο ή τους τόκους στεγαστικών δανείων, τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας όπως νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και θέρμανση, καθώς και τακτικές χρεώσεις όπως ασφάλιστρα, συντήρηση, επισκευές και φόροι. Το διαθέσιμο εισόδημα αναφέρεται στο συνολικό εισόδημα ενός νοικοκυριού μετά την αφαίρεση των φόρων και των κοινωνικών εισφορών. Περιλαμβάνει επίσης κοινωνικές παροχές όπως οι συντάξεις.
Κόστος στέγασης: Αρνητική πρωτιά για την Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης στην Ευρώπη, μεταξύ των χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα 27 κράτη – μέλη της ΕΕ, δύο χώρες της ΕΖΕΣ και πέντε υποψήφιες προς ένταξη χώρες.
Το 2025, πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Ελλάδας (26,4%) ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούσαν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση. Το ποσοστό αυτό είναι πάνω από τρεις φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που ανέρχεται στο 7,7%. Ακολουθεί η Δανία μεταξύ των χωρών της ΕΕ, με 14,7%. Η Γερμανία (11,2%) και η Σουηδία (10,8%) βρίσκονται επίσης αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης είναι επίσης πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ στην Εσθονία (8,8%), την Τσεχία (8,2%) και το Λουξεμβούργο (8,1%). Εκτός της ΕΕ, το ποσοστό είναι υψηλό στην Ελβετία (15,3%) και τη Νορβηγία (13,5%). Τρεις υποψήφιες χώρες βρίσκονται επίσης πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ: η Τουρκία (10%), το Μαυροβούνιο (8,7%) και η Σερβία (7,9%).
